Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΡΔΙΑ
















ΚΑΡΔΙΑ, παράλια πόλη στον Μέλανα κόλπο στο βορειότερο σημείο της Χερσονήσου. Ήταν ή μεγαλύτερη αποικία των Μιλησίων, των Κλαζομενών και αργότερα των Αθηναίων.
Το τείχος της Καρδίας έφθανε έως την Πακτύη δηλαδή από τον Μέλανα κόλπο έως τον Ελλήσποντο κατά μήκος του Ισθμού. Το τείχος τούτο κατασκεύασε ό Μιλτιάδης, ό γιος του Κύψελου όταν έγινε βασιλεύς των Δολόγκων Θρακών, για να μη μπορούν οι Άψίνθιοι Θράκες να εισβάλουν εις την Θρακική χερσόνησο.
Η Καρδία πήρε το όνομα της από τον αρχιτέκτονα Ερμοχάρη όταν αυτός θυσίασε έναν κόρακα και πέταξε την καρδιά του στο έδαφος του οικισμού.
Η Καρδία αναπτύχθηκε στην μεγαλύτερη πόλη της χερσονήσου που εντωμεταξύ έκοψε χάλκινα νομίσματα. Η πρώτη κοπή αυτών των νομισμάτων έφερε την μορφή του βασιλιά Λυσίμαχου και η δεύτερη στην μια όψη την κεφαλή της Δήμητρας με στεφάνι από στάχια και από την άλλη έναν λέοντα που καταβρόχθιζε σπόρους κριθαριού με την επιγραφή «Καρδία».

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΥΜΕΝΗΣ Ο ΚΑΡΔΙΑΝΟΣ













Ο Ευμένης ήταν γιος επιφανούς οικογένειας της Καρδίας. Ήταν νέος με ήθος, υψηλή μόρφωση και άριστος αθλητής. Όταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β! πέρασε από την Καρδία και φιλοξενήθηκε από τον πατέρα του Ευμένη που τους ένωνε μια βαθιά φιλία. Μια μέρα, παρακολουθώντας τους αθλητικούς αγώνες των νέων της Καρδίας εντυπωσιάστηκε από την ικανότητα του νεαρού Ευμένη στο αγώνισμα της πάλης. Συζητώντας μαζί του, εντυπωσιάστηκε απο το υψηλό επίπεδο της μόρφωσης και του πρότεινε να τον ακολουθήσει στο βασίλειο της Βεργίνας. Ο Ευμένης με την παρότρυνση του πατέρα δέχθηκε και δεν δίστασε να τον ακολουθήσει. Άλλωστε, ήθελε να συναντήσει τον παιδικό του φίλο Ιερώνυμο τον Καρδιανό που ήταν ήδη στρατηγός στην υπηρεσία του βασιλιά Φιλίππου.
Όταν ο Φίλιππος διαπίστωσε τις ικανότητες του νεαρού Ευμένη τον έχρησε γραμματέα του. Γρήγορα ο Ευμένης απέδειξε την ικανότητα του να επεμβαίνει με δεξιοτεχνία στα πολιτικά θέματα με προτάσεις και λύσεις που κρίθηκαν αναγκαίες για το βασίλειο της Πέλλας.
Η ιδέα του για την σύνταξη των βασιλείων εφημερίδων ενθουσίασε τον βασιλιά Φίλιππο, όμως ο αιφνίδιος θάνατος του ανάγκασε τον Ευμένη να διακόψει την έκδοση τους εξουσιοδοτώντας τον Διόδοτο για την συνέχιση τους.
Όμως η δραστηριότητα του Ευμένη δεν περιορίστηκε στα καθήκοντα της γραμματειακής υποστήριξης του βασιλείου, η οργανωτική του ικανότητα απέσπασε την προσοχή του Αλέξανδρου που εντωμεταξύ μεγάλωσε και έκρινε απαραίτητη την παρέμβαση του Ευμένη στο σχέδιο της εκστρατείας που ετοίμαζε. Έτσι ο Αλέξανδρος, λίγο πριν την αναχώρηση, έχρησε τον Ευμένη στρατηγό που τον ακολούθησε ως στα βάθη της μακρινής Ανατολής…

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΓΙΟΥΣΜΑΣ

ΕΝΑΣ ΚΑΡΔΙΑΝΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

Γεννήθηκα τον Οκτώβριο του 1896 στο χωριό Πλαγιάρι της Καλλιπόλεως της Θρακικής Χερσονήσου. Με την ελληνικήν κατοχήν το ονομάσανε ΚΑΡΔΙΑ της Θρακικής ιστορίας.
Είμαι πρωτόπαιδο και έχω το όνομα του παππού μου, γι’αυτό με αγαπούσε η γιαγιά μου και ο δάσκαλος μου πολύ. Όταν πήγα εις το σχολείον, η δασκάλα και ο δάσκαλος μου ήταν συγχωριανοί μου. Το επίθετο τους ήταν Μαραγκόζη και πεθάνανε στην Ξάνθη της δυτικής Θράκης.
Θυμάμαι που έγραψα για πρώτη φορά το 1905 εις το σχολείον. Τότε άρχισα να εκφράζομαι με το μολύβι. Δεν ήμουν από τους καλύτερους μαθητάς. Στην Τρίτη τάξη έμεινα στάσιμος διότι το καλοκαίρι με έπαιρναν από το σχολείον και έβοσκα τα βόδια του πατέρα μου και έτσι δεν μπορούσα να παρακολουθώ ανελλιπώς τα μαθήματα.
Τον χειμώνα πήγαινα πάλι εις το σχολείον. Εις την Τρίτη τάξη άλλαξαν οι δάσκαλοι, ήλθε ένας δάσκαλος από τα νησιά των Κυκλάδων της Ελλάδας την Σίφνο και ένας από την Καλλίπολη.
Ο πρώτος δάσκαλος, αυτός που ήλθε από τα νησιά των Κυκλάδων, ήταν κατάσκοπος των Ελλήνων... Η συνέχεια στην ιστοσελίδα: http://boyhoodmemories.blogspot.com/

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Του καθηγητού Α.Π.Θ.
Κωνσταντίνου Βακαλόπουλου

Οι ιστορικές συγκυρίες έφεραν έτσι τα πράγματα ώστε μόνο η Δυτική Θράκη να βρίσκεται σήμερα μέσα στα εδαφικά όρια του Ελληνικού κράτους.Αντίθετα ολόκληρος ο ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης με κύρια κέντρα την Αδριανούπολη, την Ραιδεστό, την Καλλίπολη, την Αίνο, τις Σαράντα Εκκλησιές, την Αρκαδιούπολη, τη Χαϊρούπολη, την Τυρολόη, τη Βιζύη, την Ηράκλεια και την Ιάμπολη, καθώς κι’εκείνος της Βόρειας Θράκης, δηλαδή της Ανατολικής Ρουμελίας, που ζούσε στη Φιλιππούπολη, στην Κούκλενα, στον Στενήμαχο, στο Καβακλή, στα Βοδενά, στη Σωζόπολη, στην Αγχίαλο, στη Μεσημβρία,στη Βάρνα και στον Πύργο, ολόκληρος αυτός ο ελληνισμός χάθηκε άδοξα και άδικα και μόνο οι ιστορικές μνήμες απομένουν να τον ξαναζωντανέψουν.Η τραγική πραγματικότητα είναι ότι ο ελληνισμός της Θράκης δέχθηκε πολύ μεγαλύτερα πλήγματα και απώλειες απ’ εκείνο της Μακεδονίας

Με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχείας (1870), την εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων και την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου (1878), Έλληνες και Βούλγαροι της Μακεδονίας και της Θράκης βρέθηκαν αντιμέτωποι και αποδύθηκαν σε μια σκληρή και αδυσώπητη πάλη, η οποία εξελίχθηκε σε ολόκληρο το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και στις αρχές του εικοστού.Με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) ολόκληρη η Θράκη εκτός από τα σαντζάκια της Φιλιππουπόλεως και Σελίμνου και τμήμα του σαντζακιού Αδριανουπόλεως, που αποτέλεσαν την Αντολική Ρουμελία, χωρίσθηκε σε δύο βιλαέτια, το βιλαέτι Κωνσταντινουπόλεως και το βιλαέτι Αδριανουπόλεως.Στο πρώτο περιλήφθηκαν τα σαντζάκια Κωνσταντινουπόλεως, Πέραν και Τσατάλτζας.Στο δεύτερο, της Αδριανουπόλεως, υπάγονταν τα σαντζάκια Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνής), Καλλιπόλεως, Ραιδεστού και Δεδέαγατς (Αλεξανδρουπόλεως).Η πραξικοπηματική κατάληψη της Ανατολικής Ρουμελίας από τον βουλγαρικό στρατό στα 1885 επιδείνωσε αισθητά τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, προκάλεσε γενική βαλκανική ανάφλεξη και ξεσήκωσε ολόκληρο τον ελληνισμό της Θράκης και της Μακεδονίας.Είναι πολύ χαρακτηριστικά όσα σημείωνε σ’έκθεσή του της 1ης Οκτωβρίου 1885 ο Έλληνας πρόξενος της Θεσσαλονίκης Π. Λογοθέτης: “Ο Ελληνισμός βαρέως σήμερον φέρει τας διά των τηλεγραφημάτων εξ Ευρώπης ειδήσεις, αίτινες προσπαθούσε να κατασβέσωσι τους δικαίους πόθους των Ελλήνων και να επιτρέψωσιν την βουλγαρικήν υπεροχήν εν τη Ανατολή εν τω Βυζαντίω, όπου εβασίλευον Έλληνες, όπόυ υπερέχει ακμάζουσα η ελληνική Παιδεία δια μεγαλοπρεπών μοναδικών εκπαιδευτηρίων, όπου το ελληνικόν εμπόριον διακρίνεται, όπου ο ελληνικός πληθυσμός είναι 250 χιλιάδων, ο δε βουλγαρικός μόλις 2 χιλιάδων.Εσκέφθησαν άραγε οι πολιτειολόγοι του 19ου αιώνα, ότι το αποληφθέν μέρος της Θράκης είναι ελληνικόν και κατά το ίδιον αυτών σύστημα της αριθμητικής υπεροχής; ημελέτησαν άραγε ότι η αυτή αναλογία υπάρχει και εν Μακεδονία εκτός του βορειότερου μέρους αυτής, όπου και μόνον υπερέχει το Βουλγαρικόν; Έλαβον υπ’ όψει των, ότι η Βουλγαρική Ηγεμονία άρχει νυν των ελληνικών πόλεων Βάρνης, Πύργου, Αγχιάλου, Σωζοπόλεως, Στενημάχου, Βοδενών, Περιστεράς, Φιλιππουπόλεως και τόσου άλλου ελληνικού πληθυσμού.”.

Μετά το 1885 άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την πορεία του ελληνισμού της Ανατολικής Ρουμελίας, η οποία κορυφώθηκε μετά το 1906, έπειτα από τους ανθελληνικούς διωγμούς, που ξέσπασαν στα σπουδαιότερα αστικά κέντρα της επαρχίας αυτής.Στο μεσοδιάστημα (1885 – 1906) μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο της πολιτικής εκβουλγαρισμού των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Ρουμελίας με την υποχρεωτική εισαγωγή της Βουλγαρικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία και την μετέπειτα προσωρινή κατάργηση της ελληνικής, την εφαρμογή εμπορικού αποκλεισμού στο ελληνικό στοιχείο.Από το καλοκαίρι του 1906 οι ανθελληνικοί διωγμοί πήραν τεράστιες διαστάσεις σ’ολόκληρη την Ανατολική Ρουμελία, εκδηλώθηκαν με την καταστροφή ελληνικών εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, όπως της Μαρασλείου σχολής και του Ζαρειφίου οικοτροφείου θηλέων της Φιλιππούπολης και κορυφώθηκαν με την καταστροφή της Αγχιάλου.Από τότε άρχισε να αραιώνει αισθητά ο ελληνισμός της Βόρειας Θράκης και να καταφεύγει στο ελληνικό κράτος και στην Ανατολική Θράκη.Το τελευταίο ρεύμα των Ελλήνων προσφύγων της Ανατολικής Ρουμελίας ήρθε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1914 μετά τους νέους ανθελληνικούς διωγμούς, που παρατηρήθηκαν εκεί έπειτα από τον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο.

Η διαρκής επιδείνωση της κατάστασης και η τυρρανική συμπεριφορά των κομιτατζήδων απέναντι στον ελληνισμό της Θράκης οδήγησαν μοιραία στην οργάνωση και στη συγκρότηση της ελληνικής αντίστασης, η οποία εγκαινιάσθηκε στα 1905 με την παρουσία του Γεώργιου Κονδύλη στην Αγαθούπολη, του μετέπειτα πρωθυπουργού και αντιβασιλέα της Ελλάδας.Ουσιαστικά τη σπουδαιότερη ώθηση στην ανάπτυξη της αντιστασιακής οργάνωσης των Ελλήνων της Θράκης και στην αναπτέρωση του εθνικού φρονήματος έδωσε η εκεί παρουσία του Στυλ. Γονατά στα 1907, ο οποίος, επικουρούμενος από τους Έλληνες προξενικούς πράκτορες και (στα 1908) από την Πανελλήνια Οργάνωση, έθεσε σε γερές βάσεις το ελληνικό κίνημα σ’ολόκληρη τη Θράκη.Το Νεοτουρκικό κίνημα του 1908 έθεσε σε νέα δοκιμασία τους ελληνικούς πληθυσμούς της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης.Κάτω από τα απατηλά κυρήγματα για ισονομία και ισοπολιτεία όλων των εθνικών μειονοτήτων της οθωμανικής επικράτειας και γενικότερα όλων των υπηκόων της Τουρκίας, κυρήχθηκε και στη Θράκη μια χωρίς προηγούμενο εκστρατεία εκ μέρους των Νεότουρκων για τον εκτουρκισμό των ελληνικών πληθυσμών με την εισαγωγή της υποχρεωτικής διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία, την αναστολή λειτουργίας των ελληνικών εκκλησιών και την εφαρμογή του νόμου για την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Τα δεινά όμως των Ελλήνων της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης δεν είχαν ακόμη τελειώσει.Βουλγαρικές βιαιότητες παρατηρήθηκαν κατά την διάρκεια του πρώτου βαλκανικού πολέμου στην Αδριανούπολη, στη Σηλυβρία, στη Ραιδεστό και στην Ηράκλεια, όταν οι περιοχές αυτές καταλήφθηκαν από τον σύμμαχο βουλγαρικό στρατό.Με την έκρηξη του δεύτερου βαλκανικού πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, η Ανατολική Θράκη ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους και πολλά ελληνικά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις τουρκικές θηριωδείες.Παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός γινόταν την ίδια εποχή κύριος της Ξάνθης, της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης, η συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (16 / 29 Σεπτεμβρίου 1913) επιδίκασε τελικά τη Δυτική Θράκη στη Βουλγαρία, ενώ η Ανατολική παρέμεινε Οθωμανική.Στη βουλγαροκρατούμενη Δυτική Θράκη η πολιτική της ξενικής κατοχής απέβλεψε χαν ακόμη τελειώσει. Βουλγαρικές βιαιότητες παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου βαλκανικού πολέμου στην Αδριανούπολη, στη Σηλυβρία, στη Ραιδεστό και στην Ηράκλεια, όταν οι περιοχές αυτές καταλήφθηκαν από τον σύμμαχο βουλγαρικό στρατό. Με την έκρηξη του δεύτερου βαλκανικού πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, η Ανατολική Θράκη ανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους και πολλά ελληνικά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις τουρκικές θηριωδείες. Παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός γινόταν την ίδια εποχή κύριος της Ξάνθης, της Κομοτινής και της Αλεξανδρούπολης, η συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (16/29 Σεπτεμβρίου 1913) επιδίκασε τελικά τη Δυτική Θράκη στη Βουλγαρία, ενώ η Ανατολική παρέμεινε Oθωμανική. Στη βουλγαροκρατούμενη Δυτική Θράκη η πολιτική της ξενικής κατοχής απέβλεψε στην εθνολογική αλλοίωση του ελληνισμού με την αποδυνάμωση της εκπαιδευτικής και της εκκλησιαστικής δραστηριότητάς του. Χειρότερη μοίρα επιφυλάχθηκε στους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, όπου η Νεοτουρκική πολιτική εξανάγκαζε το ελληνικό στοιχείο σε απελάσεις, εκπατρισμούς και κάθε είδους εκφοβισμούς. Με την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) επιδεινώθηκε αισθητά το καθεστώς των Ελλήνων και ολοκληρώθηκε το σχέδιο της αφομοίωσης των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης με τον εκτοπισμό τους σε μακρινές και απρόσιτες περιοχές της Μ. Ασίας.


Η πρακτική εφαρμογή του σχεδίου για τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών από την Ανατολική Θράκη συντελέσθηκε με διάφορους τρόπους: Κατατρομοκράτηση των βασικών στελεχών της ελληνικής αντίστασης, ανταρτική δραστηριότητα των τσετών σε βάρος των Ελλήνων προσφύγων, εκβιασμοί θρησκευτικών συνειδήσεων, απελάσεις Ελλήνων και καταναγκαστική εκποίηση των περιουσιών τους σε εξευτελιστικές τιμές, απογύμνωση της ενδοχώρας από το συμπαγές ελληνικό στοιχείο, εκπατρισμός του Ελληνισμού από εύρωστα ελληνικά κέντρα (Βιζύη, Τυρολόη, Λουλέ - Μπουργκάζ (Αρκαδιούπολη), Σαράντα Εκκλησιές, Κεσσάνη, Μάλγαρα, Χαρούπολη, Oυζούν Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) και άλλα) και καταναγκαστική προσέλευσή τους στις παράλιες ελληνικές πόλεις της Ραιδεστού, της Ηράκλειας, της Καλλιπόλεως και των Γανόχωρων. Η κατάταξη των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης στα εργατικά τάγματα, η συμμετοχή τους σε καταναγκαστικά έργα και η φυσική εξόντωσή τους από τις κακουχίες και τα ατέλειωτα μαρτύρια, οι συνεχείς επιτάξεις, η καταναγκαστική φορολογία και η απονέκρωση του εμπορίου και της βιομηχανίας, συνθέτουν με λίγα λόγια την τραγωδία του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τρομερές καταστροφές υπέστησαν χωριά και πόλεις της θρακικής χερσονήσου από τις βιαιοπραγίες των τουρκικών στρατευμάτων.


Στο συνέδριο της Ειρήνης του Παρισιού (1919) που σφράγισε το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τέθηκε εκ νέου το ζήτημα της Θράκης. Η ελληνική πλευρά πάλεψε σθεναρά παρά το γεγονός ότι το Θρακικό ζήτημα δεν λύθηκε κι εκεί σύμφωνα με τις ελληνικές διεκδικήσεις .Οι προτάσεις του Αμερικανού προέδρου Wilson αφορούσαν την ενσωμάτωση στην Ελλάδα μόνο της περιοχής Ξάνθης - Κομοτινής, ενώ η υπόλοιπη Βόρεια Δυτική Θράκη θα προσαρτιόταν στη Βουλγαρία και η υπόλοιπη Νότια Δυτική Θράκη μαζί με την Ανατολική θα αποτελούσαν τμήμα του Κράτους της Κωνσταντινουπόλεως. Τελικά η αμερικανική πρόταση απορρίφθηκε από την αγγλογαλλική πλευρά. Τον Oκτώβριο του 1919 ελληνικός στρατός κατέλαβε την περιοχή της Ξάνθης και στην υπόλοιπη Δυτική Θράκη εγκαταστάθηκαν γαλλικές στρατιωτικές αρχές, οι οποίες ανάλαβαν τη διοίκηση της “Διασυμμαχικής Θράκης” με τη συνεργασία του άλλοτε Ελληνοθωμανού βουλευτή Χαρ. Βαμβακά.

Η διασυμμαχική κατοχή διατηρήθηκε ως το Μά'ϊο του 1920 οπότε αντικαταστάθηκε, όπως προβλεπόταν, από τον ελληνικό στρατό με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Εμμ. Ζυμβρακάκη, ο οποίος πέτυχε να προωθηθεί και να καταλάβει ολόκληρη σχεδόν την Ανατολική Θράκη. Με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) ολόκληρη η Δυτική Θράκη και η Ανατολική με την Καλλίπολη ως σχεδόν την Τσατάλτζα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Στην ελεύθερη πια Θράκη που τέθηκε κάτω από την ελληνική διοίκηση, το ελληνικό στοιχείο, ενισχυμένο και από τους πρόσφυγες, διατηρούσε κυριαρχική πληθυσμιακή υπεροχή παρά τα αμέτρητα δεινοπαθήματα που είχε υποστεί. Το έργο της γενικής αναδιοργάνωσης της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης υπήρξε δύσκολο και χρονοβόρο και ήλθε να το διακόψει για πάντα η Μικρασιατική καταστροφή. Το πρωτόκολλο των Μουδανιών που υπογράφτηκε τον Oκτώβριο του 1922, έδωσε τη χαριστική βολή στις τύχες του θρακικού ελληνισμού, αφού ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε μέσα σε διάστημα 15 ημερών να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και ν' αποσυρθεί δυτικά του Εβρου. Ετσι χάθηκε ολόκληρη η Ανατολική Θράκη, ενώ με τη συνθήκη του Νε'ϊγύ πραγματοποιήθηκε και η μετανάστευση των ελληνικών και των βουλγαρικών πληθυσμών.